Ουρολοιμώξεις

Ως ουρολοίμωξη ορίζεται η βακτηριακή εισβολή στο ουροποιητικο συστήμα και μπορεί να εμφανιστεί οπουδήποτε μεταξύ ουρήθρας και νεφρού. Η ταξινόμηση των ουρολοιμώξεων είναι συνήθως βασισμένη σύμφωνα με την περιοχή της μόλυνσης -- η λοίμωξη της κύστης είναι γνωστή ως κυστίτιδα, του νεφρού ως πυελονεφρίτις, και των ούρων ως βακτηριουρία.[1]

Οι άμεσες και έμμεσες δαπάνες των ουρολοιμώξεων

είναι η δεύτερη πιό κοινή αιτία λοίμωξης ασθενών που προσέρχονται στα εξωτερικά ιατρεία των μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης συνολικά, και η πιό κοινή αιτία μικροβιακής λοίμωξης ασθενών εξωτερικών ιατρείων . Έχει υπολογιστεί ότι οι ουρολοιμώξεις ευθύνονται για τις 7 εκατομμυρια επισκέψεις ετησίως στα εξωτερικά ιατρεία, μαζί με 1 εκατομμύριο επισκέψεις στο τμήμα επειγόντων περιστατικών στις ΗΠΑ. Ο οικονομικός αντίκτυπος των ουρολοιμώξεων είναι αντίστοιχα μεγάλος, που φθάνουν συνολικά περίπου τα 1,6 δισεκατομμύρια $ άμεσες δαπάνες ετησίως και περιλαμβάνουν τις επισκέψεις παθολόγων, τις συνταγές, τις δαπάνες εισαγωγής σε νοσοκομείο καθώς επίσης και τις δαπάνες του ταξιδιού, τις ημέρες απουσίας απο την εργασία καθώς επίσης τη νοσηρότητα. Οι έμμεσες δαπάνες είναι η χαμένη παραγωγικότητα που συνδέεται με μια ασθένεια. Έρευνες σε φοιτήτριες διαπίστωσαν ότι οι ουρολοιμώξεις τις οδήγησαν σε 6,1 ημέρες με συμπτωματολογία, 2,4 ημέρες περιορισμένης δραστηριότητας, και 0,4 ημέρες με κατάκλιση .[1,2 ]

Επιδημιολογία, παθογένεση, και παράγοντες κινδύνου

Η αληθινή επίπτωση των ουρολοιμώξεων είναι κάπως ασαφής. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, 1 στις 2 γυναικες θα παρουσιάσει ένα επεισόδιο ουρολοίμωξης στη διάρκεια της ζωής της.[3 ] Περίπου 7 εκατομμύρια περιπτώσεις οξείας κυστίτιδας διαγιγνώσκονται ετησίως σε νέες γυναίκες στις ΗΠΑ, αλλά ο πραγματικός αριθμός είναι πιθανά αρκετά υψηλότερος επειδή περίπου 50% όλων των γυναικών με ουρολοιμώξεις δεν πάνε στο γιατρό τους.[5]

Οι παράγοντες κινδύνου των ουρολοιμώξεων [4] μπορούν να είναι είτε τροποποίησιμοι είτε να σχετίζονται με γενετική προδιάθεση του ατόμου , και διαφέρουν σύμφωνα με την ηλικία του ασθενή. Οι ουρολοιμώξεις στις νέες προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες σχετίζεται συνήθως με τη σεξουαλική δραστηριότητα, ενώ οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έχουν διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με συνοδά νοσήματα , συμπεριλαμβανομένης της κολπικής ατροφίας λόγω ανεπάρκειας οιστρογόνων και την αυξημένη στάση των ούρων.[5 ] Ο Hopkins και συν.η παρατήρησαν μια αυξημενη συχνότητα ουρολοιμώξεων στις γυναίκες που στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον είχαν ένα μέλος που επασχε από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις. [6] Άλλος γενετικος παράγων είναι το nonsecretor status για τα αντιγόνα των ομάδων αίματος ABO.Μελέτες δείχνουν οτι τα ουροπαθογόνα κολοβακτηρίδια προσκολλώνται πιο εύκολα στο ουροθήλιο αυτών των γυναικών.[7] Οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες πολλές φορές έχουν πρόσθετους παράγοντες κινδύνου όπως ιστορικό μιάς χειρουργικής επέμβασης ουροποιογεννητικού, ακράτεια ούρων, παρουσία κυστεοκήλης, ή ακόμα ένα μεγάλο υπόλειμμα ούρων. [5] Ο σακχαρώδης διαβήτης συνδέεται με την εμφάνιση μη κοινών ουροπαθογόνων και μια αυξημενη πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών όπως εμφυσηματώδης πυελονεφρίτις ή η κυστίτιδα. Οι γυναίκες ασθενείς με διαβήτη και υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις παρουσιάζουν συμπτωματικά επεισόδια 2-3 φορές συχνότερα από τις γυναίκες χωρίς διαβήτη και υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις.[1,8]

Στους τροποποίησιμους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται οι μέθοδοι αντισύλληψης, ειδικά η χρήση των κολπικών διαφραγμάτων και η σπερματοκτόνοι παράγοντες.[9 ] Μία μεγάλη διπλή τυφλή ελεγχόμενη μελέτη προσδιόρισε άλλους 2 σεξουαλικά συσχετιζόμενους παράγοντες κινδύνου: η συχνότητα της σεξουαλικής επαφής και η αλλαγή ερωτικού σύντροφου εντός του προηγουμένου έτους. [10]Η ανεπάρκεια οιστρογόνων στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, είναι ένας άλλος γνωστός παράγοντας κινδύνου για εμφάνιση ουρολοίμωξης,που μπορεί να αντιστραφεί με τοπική (κολπική) θεραπεια υποκάτάστασης. [11] Η πρόσφατη (μέσα στις προηγούμενες 2-4 εβδομάδες) χρήση αντιβιοτικών συστηματικά, (διαταράσσει την κολπική χλωρίδα), είναι ένας άλλος παράγοντας που αυξάνει την προδιάθεση μιας γυναίκας στις ουρολοιμώξεις[12] .Ο πιό κοινός παθογενετικός μηχανισμός δια μέσω του οποίου τα βακτηρια εισέρχονται στο ουροποιητικό είναι οι περιουρηθρικές περιοχές[4 ].Έχει υποτεθεί ότι οι γυναίκες είναι περισσότερα επιρρεπείς σε ουρολοιμώξεις από ότι οι άνδρες επειδή η ουρήθρα τους είναι βραχύτερη καθώς επίσης στη στενή της γειτνίαση με τον πρωκτό[14] . Περίπου το 80% των ουρολοιμώξεων της κοινοτητας οφείλονται στο κολοβακτηρίδιο και ειδικά ο ορρότυπος Ο,ακολουθούμενος απο άλλα λιγότερο κοινά παθογόνα συμπεριλαμβανομένων των Staphylococcus saprophyticus, Klebsiella, Proteus, Enterobacter spp., και εντεροκόκκων [4].

Ασυμπτωματική Βακτηριουρία

Είναι η παρουσία βακτηρίων στα ούρα, είναι ένα κλινικό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των τύπων των ουρολοιμώξεων. Όταν δεν συνοδεύεται από κανένα άλλο σύμπτωμα, αναφέρεται ως ασυμπτωματική βακτηριουρία ή μικροβιουρία . Μια διάγνωση ασυμπτωματικής βακτηριουρίας απαιτεί την παρουσία 100.000 αποικιών (CFU)/ml από μέσου ρεύματος καθαρό δείγμα συλλογής ούρων ή τουλάχιστον 100 CFU/mL για ένα δείγμα απο καθετηριασμό[15] . Η δοκιμαστική ταινία (stick) ούρων για ανίχνευση εστεράσης λευκοκυττάρων και νιτρώδους άλατος είναι μικρής χρησιμότητας σε ένα ασυμπτωματικό ασθενή[16 ].Η ασυμπτωματική βακτηριουρία πρέπει να αντιμετωπιζεται μόνο στις έγκυες γυναίκες οι οποίες θα πρέπει ως ρουτίνα να υποβάλλονται σε καλλιέργεια ούρων στο τέλος του πρώτου τριμήνου[15]. Ασθενείς χωρίς συμπτώματα απο το κατώτερο ουροποιητικό δεν θα πρέπει να υποβάλλονται στη δοκιμασία του stick ούρων ή σε καλλιέργεια ούρων για τους ακόλουθους λόγους: Οι περισσότερες προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ασυμπτωματική μικροβιουρία θα αποβάλλουν τα μικρόβια αυθόρμητα ενώ δεν έχει καταδειχθεί σημαντικό όφελος απο τη θεραπεία της ασυμπτωματικής μικροβιουρίας σε διαβητικούς, ηλικιωμένους, σε ασθενείς με κάκωση σπονδυλικής στήλης, ή σε αυτούς με μόνιμο καθετήρα [15].Οι έγκυες γυναίκες με ασυμπτωματική βακτηριουρία θα πρέπει να καλυφθούν με 3-7 ημερες θεραπεία με αντιβιοτικά και να διερευνώνται περιοδικά για ασυμπτωματική μικροβιουρία για όλο το υπόλοιπο της εγκυμοσύνης.. Σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρεία Λοιμωδών παθήσεων μη θεραπευθείσα βακτηριουρία στις έγκυες γυναίκες έχει συνδεθεί με την πρόωρη γέννα, και λιποβαρή παιδιά[17].

Μη επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις

Η οξεία κυστίτιδα ή μη επιπλεγμένη ουρολοίμωξη ορίζεται ως μια συμπτωματική λοίμωξη της ουροδόχου κύστης σε ένα υγιές, μη εγκυμωνούν άτομο με φυσιολογικό ουρογεννητικό σύστημα. Το 95% των περιπτώσεων της οξείας κυστίτιδας εμφανίζεται στις γυναίκες. Η μη επιπλεγμένη ουρολοίμωξη θεωρείται γενικά μια καλοήθης ασθένεια και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για εμφάνιση μακροπρόθεσμων δευτερογενών επιπλοκών συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας, της εμφάνισης νεφρικών ουλών, ή της υπέρτασης. Τα συμπτώματα της κυστίτιδας είναι συχνουρία, καύσος και τσούξιμο κατα την ούρηση,δυσουρία, επιτακτική ούρηση, και στραγγουρία. Η συχνουρία είναι το πιό κοινό σύμπτωμα ενω μπορεί επίσης να εμφανισθεί αιματουρία, υπερηβικό άλγος ή τάση καθώς επίσης μια αλλαγή στην οσμή των ούρων. Πολλές γυναίκες μπορούν ακριβώς να εντοπίσουν την οξεία κυστίτιδα τους, βασισμένη σε μία ή περισσότερες προηγούμενες εμπειρίες ουρολοίμωξης. Η διαφορική διάγνωση της οξείας κυστίτιδας περιλαμβάνει την πυελονεφρίτιδα , κολπίτιδα ,σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα,ουρηθρικό σύνδρομο, διάμεση κυστίτιδα, και δυσμηνόρροια[13]. Ο κλινικός γιατρός θα πρέπει πάντα να διερευνά για πυρετό, οσφυικό άλγος, κολπικές ενόχλησεις, παρουσία εκρίμματος, αλλαγές στη σεξουαλική δραστηριότητα ή το συντροφο. Οποιαδήποτε από αυτά τα συμπτώματα μπορούν να υποδηλώσουν μια πάθηση διαφορετική απο την οξεία κυστίτιδα. Μια ομάδα ειδικών υποστηρίζει ότι καμία περαιτέρω διαγνωστική διαδικασία δεν απαιτείται εάν το ιστορικό είναι τυπικό ουρολοίμωξης και η ασθενής δεν αναφέρει κολπικές εκκρίσεις ή ενοχλήσεις[19]. Οι ερευνητές κατέδειξαν οτι αυτή η μέθοδος είναι αποτελεσματική χωρίς σημαντική αύξηση στις δυσμενείς εκβάσεις. Αυτή η ίδια ομάδα κατέδειξε επίσης οτι η τηλεφωνική διαχείριση κυστίτιδας είναι ασφαλής και οικονομικώς αποδοτική σε μία μικρή τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη [20].

Η δοκιμαστική ταινία (stick) ούρων είναι μια τυποποιημένη μέθοδος διάγνωσης για την οξεία κυστίτιδα, αλλά υπάρχει μεγάλη διαφωνία για τη χρησιμότητα και το ρόλο του. Αλλά δεν γεννάται θέμα ότι αυτή η δοκιμασία είναι γρήγορη, προσιτή, και εύκολο να εφαρμοσθεί ακόμα και στο ιατρείο. Αλλά ούτε τα νιτρώδη άλατα, ούτε η εστεράση των λευκοκυττάρων απο μόνες τους έχουν επαρκή ευαισθησία και ειδικότητα για να διαγνώσουν ή να αποκλείσουν μία κυστίτιδα. Όταν χρησιμοποιούνται μαζί, και είτε το ένα είτε τα δύο αποτελέσματα είναι θετικά,τότε η ευαισθησία κυμαίνεται από 68% έως 88% ενώ η ειδικότητα ποικίλλει σημαντικά από μελέτη σε μελέτη[21 ]. Εντούτοις, σύμφωνα με την ίδια μετα-ανάλυση, όταν τα αποτελέσματα και από τις δύο δοκιμασίες είναι αρνητικά, η αρνητική προγνωστική αξία είναι επαρκής ώστε να αποκλείσει τη λοίμωξη. Οι ερευνητές έχουν δείξει ότι μερικοί ασθενείς με τα συμπτώματα ουρολοίμωξης αλλά αρνητικό στικ ούρων μπορεί να παρουσιάσουν βελτίωση της συμπτωματολογία όταν αντιμετωπισθούν με αντιβιοτικά[22]. Παρόλα αυτά, η χρήση των αντιβιοτικών ελλείψει στοιχείων βακτηριακής λοίμωξης προκαλεί ανησυχίες για την προώθηση της ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά. Η λήψη καλλιέργειας ούρων επιβάλλεται κατά τη θεραπεία των ασθενών με αρνητικό στικ ούρων. Η καθοδήγηση των ασθενών στη μέθοδο της καθαρής συλλογής ούρων μέσου ρεύματος φαίνεται ότι είναι μικρού οφέλους για τη συλλογή άσηπτων ούρων επειδή η συμμόρφωση με τις οδηγίες είναι γενικά φτωχή [23 ].

Μικροσκοπική ανάλυση ούρων

Η μικροσκοπική εξέταση φυγοκεντρισμένου δείγματος ούρων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανιχνεύσει βακτηριακές συγκεντρώσεις μεγαλύτερες από 100.000 CFU/mL, αλλά είναι εργώδης, συχνά ανακριβώς ερμηνευθείσα και κακώς εκτελεσμένη, και έτσι δεν βελτιώνει τη διαγνωστική διαδικασία[24]. Τρία ή περισσότερα λευκά αιμοσφαίρια(WBCs) ανά οπτικό πεδίο υποδηλώνουν την πιθανότητα λοίμωξης[4].Η ύπαρξη κυλίνδρων θέτει υποψία μόλυνσης του ανώτερου υοροποιητικού. Η παρουσία περισσότερων από 20 επιθηλιακών κυττάρων/οπτικό πεδίο υποδηλώνει λοίμωξη.

Καλλιέργεια ούρων

Όταν μία ή και δύο αποτελέσματα της δοκιμαστικής ταινίας (stick) ούρων είναι θετικά, σε συμπτωματικό ασθενή,τότε η καλλιέργεια ούρων δεν είναι απαραίτητη. Πληθυσμοί ασθενών στους οποίους ενδείκνυται η καλλιέργεια ούρων είναι εκείνοι με προδιάθεσικούς παραγοντες για ανάπτυξη λοιμώξεων ανώτερου ουροποιητικού ή εμφάνιση επιπλεγμένων ουρολοιμώξεων (όπως οι ασθενείς με υδρονέφρωση ή άτονη κύστη).[13 ]

Ουροκαλλιέργεια πρέπει επίσης να λαμβάνεται στους ασθενείς των οποίων τα συμπτώματα δεν υφίονται μετά από τη θεραπεία ή υποτροπιάζουν σε 2-4 εβδομάδες από τη θεραπεία, για να ανιχνευθούν ανθεκτικοί ή ασυνήθιστοι μικροοργανισμοί.

Πρώτης γραμμής θεραπεία ουρολοίμωξης

Υπάρχει μεγάλη συζήτηση για ποία αντιβιοτικά πρέπει να χρησιμοποιούνται σαν θεραπεια πρώτης γραμμής για τις ουρολοιμώξεις. Η ιδανική εμπειρική θεραπεία για τις ουρολοιμώξεις θα πρέπει να μπορεί να εξουδετερώνει τα πιο πιθανά παθογόνα, να είναι καλά ανεχτή, μικρής διάρκειας , και να είναι οικονομικά προσιτή. Οι περισσότεροι ειδικοί στις Ηνωμένες Πολιτείες συμφωνούν ότι η τριμεθοπρίμη-σουλφομεθοξαζόλη (TMP- SMX) είναι το φάρμακο εκλογής σαν θεραπεία πρώτης-γραμμης για μη επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις.[25-27 ] Έχει αποτελεσματικότητα που κυμαίνεται στο 90%- 95% , και μπορεί να δοθεί και σαν σχήμα τριών ημερών .[26 ]. Για ασθενείς που παρουσιάζουν αλλεργία στην σουλφομεθοξαζόλη ,η τριμεθοπρίμη ως μονοθεραπεία 3 ημερών είναι εξ ίσου αποτελεσματική.

Η Νιτροφουραντοίνη είναι επίσης μια πολύ καλή επιλογή σαν θεραπεία πρώτης-γραμμης .[28 ] Ενδείκνυται μόνο ως θεραπεία μη επιπλεγμένων ουρολοιμωξεων. Η Νιτροφουραντοίνη έχει χαμηλή ανθεκτικότητα (1,1%), και είναι καλά ανεκτή με εξαιρετικό προφιλ ασφάλειας (αποτελεί ρεκόρ αφού ξεπερνα τα 50 χρόνια) [29 ]. Το μειονέκτημα της Νιτροφουραντοίνης είναι οτι η μέγιστη αποτελέσματικότητα της -- 85% ως 90% -- επιτυγχάνεται με θεραπευτικό σχήμα επτά ημερών .[30].Εαν δοθεί σαν σχήμα τριών ημερών, το ποσοστό θεραπείας μειώνεται στο 70%-80% .[31]

Η θεραπεία δεύτερης γραμμή ουρολοίμωξης

Οι φθοροκινολόνες χρησιμοποιούνται γενικά σαν θεραπεία δεύτερης-γραμμής για την εμπειρική θεραπεία μη επιπλεγμένων ουρολοιμωξεων , εξ αιτίας του κόστους της θεραπείας και της συνεχούς αύξησης της ανθεκτικότητας του κολοβακτηρίδιου στο αντιβιωτικό. Οι κινολόνες επίσης,μπορούν να δοθούν ως σχήμα τριών ημερών με ποσοστά αποτελεσματικότητας ίδια με της TMP- SMX (90%-95%).[32 ] .Οι τρείς πιο κοινα χρησιμοποιούμενες κινολόνες είναι στις ΗΠΑ η σιπροφλοξασίνη, η λεβοφλοξασίνη και γκατιφλοξασίνη.( πίνακας 1 ). Και τα 3 φάρμακα ανέχονται καλά και μπορούν να δοθούν σε καθημερινή βάση μία φορά την ημέρα για μια συνολική διάρκεια 3 ημερών. Πολλές μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί για να καθορίσουν εάν οι κινολόνες μπορούν ή όχι να χορηγηθούν ως μιάς-φοράς, μίας-δόσης θεραπεία. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η χορήγηση μιάς –δόσης έχει ποσοστά θεραπείας μόνο ένα 70% με περιορισμένη δυνατότητα να εκριζωθεί το S saprophyticus.[33 ]

Πίνακας 1. Σύγκριση των συνηθέστερα χρησιμοποιούμενων κινολονών για τη θεραπεία ουρολοιμώξεων

Φάρμακο

Δοσολογία (PO)

Διάρκεια

Συγκέντρωση στα ούρα*

Αποτελεσματικότηα

Levofloxacin

500 mg

3 ημερες

43%

97%

Ciprofloxacin extended-release

500 mg

3 ημέρες

84%

95%

Gatifloxacin

400 mg

3 ημέρες

80%

91%

Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις

Ένας ασθενής θεωρείται οτι παρουσιάζει υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις εάν έχει 3 ή περισσότερα συμπτωματικά επεισόδια μέσα σε μία περίοδο δώδεκα μηνών.[34 ] Αυτό μπορεί να είναι αποτέλεσμα των μικροβίων που παραμένουν στην κύστη ,που δεν εκριζώνονται παρά τη θεραπεία ή από μία συνεχόμενη επιλοίμωξη από ένα άλλο μικροοργανισμό.[34].Αυτές οι 2 αιτίες υποτροπιαζουσών ουρολοιμώξεων είναι κλινικά όμοιες, με την τελευταία να είναι πιό κοινή. Οι παράγοντες κινδύνου για τις υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις είναι σχεδόν ίδιοι με εκείνους που απαριθμήθηκαν ανωτέρω για τις μη επιπλεγμένες ουλοιμώξεις. Οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις προκαλούνται κυρίως από τα κολοβακτηρίδια (70%-95% των περιπτώσεων) ακολουθούμενα από το S saprophyticus (5%-20%), και ευκαιριακά από άλλα ουροπαθογόνα.[35 ]. Ο απεικονιστικός έλεγχος θα πρέπει να εκτελείται εάν ο κλινικός γιατρός υποψιάζεται κάποια ανατομική ή λειτουργική ανωμαλία του ουροποιογεννητικού. Εντούτοις, τέτοιες ανωμαλίες είναι παρούσες σε λιγότερο από 5% όλων των ασθενών με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις .[36 ] Κλινικές ενδείξεις για την χρήση απεικόνισης είναι η εμφάνιση αιματουρίας, η οξεία πυελονεφρίτιδα, ή τα επίμονα σημάδια και συμπτώματα κυστίτιδας παρά την επαρκή και κατάλληλη θεραπεία.

Φαρμακοθεραπεία

Η εμφάνιση ενός επεισοδίου οξείας κυστίτιδας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με θεραπεία ρουτίνας για μη επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις. Μόλις υποχωρήσει το συμπτωματικό επεισόδιο, υπάρχουν διάφορες επιλογές για τον ασθενή που πάσχει από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις . Η συνεχής θεραπεία καταστολής (χημειοπροφύλαξη) απαιτεί ο ασθενή να λάβει αντιβιοτικά χαμηλής-δόσης καθημερινά (συνήθως την ώρα του ύπνου) για 6 μήνες έως 1 έτος. Οι επιλογές περιλαμβάνουνTMP - SMX, trimethoprim, nitrofurantoin, και quinolones. Η καθημερινή θεραπεία καταστολής προλαμβάνει αποτελεσματικά τη λοίμωξη κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας, και επιτρέπει στον φλεγμαίνοντα βλεννογόνο της κύστης να ανακτήσει την εγγενή δυνατότητά του να αντιμετωπίσει τη λοίμωξη. Δυστυχώς, το 50% των γυναικών θα υποτροπιάσει μέσα σε 3 μήνες αφότου η χημειοπροφύλαξη τελειώσει.[27 ] Η προφυλακτική θεραπεία μετα την σεξουαλική επαφή είναι μια οικονομικώς πιό αποδοτική μέθοδος για την αντιμετώπιση των υποτροπιάζουσων ουρολοιμώξεων στις γυναίκες που έχει βρεθεί μια σαφής τεκμηριωμένη σχέση μεταξύ της επαφής και της λοίμωξης (τις τελευταίες 48 ώρες). Η τριμεθοπρίμη και η σιπροφλοξασίνη είναι τα φάρμακα που συνταγογραφούνται συνήθως και είναι μία αποτελεσματική μέθοδος προφύλαξης.[37 ] Η προφυλακτική θεραπεία μετα την σεξουαλική επαφή και η χημειοπροφύλαξη είναι εξίσου αποτελεσματικές μέθοδοι , αλλά οι ασθενείς στην πρώτη μέθοδο λαμβάνουν λιγότερα φάρμακα και εμφανίζουν λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες απο αυτά.[38].

Πυελονεφρίτις

Οι λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού προκαλούνται συνήθως από τα βακτηρία που εισβάλλουν στον ουρητήρα δια μέσου της κύστης, αλλά μπορεί επίσης να είναι το αποτέλεσμα μιας αιματογενούς λοίμωξης. Η αρχική κλινική εικόνα των λοιμώξεων ανώτερου και κατώτερου ουροποιητικού μπορεί να είναι ίδια και να είναι δύσκολο διαχωρισθεί . Γενικά, οι λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού χαρακτηρίζονται με συμπτωματολογία που έχει σχέση με την ούρηση και με απουσία συστηματικής συμπτωματολογίας. Τα συμπτώματα ενδεικτικά λοίμωξης ανώτερου ουροποιητικού περιλαμβάνουν τον πυρετό, ρίγη , και ευαισθησία στην οσφύ. Μια λεπτομερής εξέταση πρέπει να περιλάμβανει την ψηλάφιση για νεφρικές μάζες.

Εργαστηριακός έλεγχος

Η ανάλυση των ούρων θα καταδείξει πιθανώς την παρουσία του λευκών και ερυθρών αιμοσφαιριων.Οι καλλιέργειες ούρων και αίματος θα πρέπει να λαμβάνονται στον εμπύρετο ασθενή που υπάρχει υποψία λοίμωξης ανώτερου ουροποιητικού, πάντα πριν από την έναρξη των αντιβιοτικών. Οι εξετάσεις αίματος στους ασθενείς με πυελονεφρίτιδα είναι πιθανό να αποκαλύψουν λευκοκυττάρωση, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών, οπως επίσης αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτείνη.[4].Θα πρέπει επίσης να γίνεται βιοχημικός έλεγχος για ύπαρξη πιθανού σακχαρώδους διαβήτη.

Απεικονιστικός έλεγχος

Στους ασθενείς με πόνο στην οσφύ, αιματουρία, ή εκείνοι που παρουσιάζουν συστηματική συμπτωματολογία , θα πρέπει να υποψιαστεί κανείς την διάγνωση της πυελονεφρίτιδας και για αυτό θα πρέπει να υποβάλλονται σε απεικονιστικό έλεγχο, δηλ., υπερηχογραφία καθώς και απλή ακτινογραφία νεφρών, ουρητήρων, και κύστης (ΝΟΚ).[40 ].Η ενδοφλέβιος ουρογραφία ή κατά προτίμηση αξονική τομογραφία με χορήγηση ενδοφλέβιου σκιαγραφικού δίδεται στις περιπτώσεις που θέλουμε να διερευνήσουμε περαιτέρω τυχόν ευρήματα των απεικονιστικών εξετάσεων ρουτίνας. Η πυελονεφρίτιδα στην αξονική συνηθέστερα καταδεικνύεται ως έλλειμα σκιαγράφησης στις πάσχουσες περιοχές του παρεγχύματος του νεφρού.[41]

Αντιμετώπιση ουρολοιμώξης

Η θεραπεία της πυελονεφρίτιδας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της συμπτωματολογίας. Οι τοξικοί ασθενείς πρέπει να νοσηλευθούν και να αρχίσουν εμπειρική αγωγή με ενδοφλέβιο αμπικυλλίνη και αμινογλυκοσίδη(γενταμυκίνη).[42 ] Είναι απαραίτητο να ρυθμίζεται η δόση της αμινογλυκοσίδης ανάλογα με την κάθαρση της κρεατινίνης και το ιδανικό βάρος σωμάτος.Ο συνδυασμός αυτών των δύο αντιβιοτικών είναι αποτελεσματικός ενάντια στην πλήρη γκάμα των ουροπαθογόνων. Εναλλακτικές λύσεις περιλαμβάνουν την αμοξικιλίνη με κλαβουλανικό οξύ ή μια κεφαλοσπορίνη τρίτης γενεάς. Τα ενδοφλέβια αντιβιοτικά συνεχίζονται έως ότου υποχωρήσουν ο πυρετός και η βακτηριαιμία, συνήθως περίπου μετά 3 ημέρες και συνεχίζεται με αντιβιοτικά σύμφωνα με τις ευαισθησίες του αντιβιογράμματος για άλλες 10-14 ημέρες. Η θεραπεία με 10 -14 ημέρες με φθοροκινολόνες ή TMP- SMX έχει αποδειχθεί οτι είναι ασφαλής και αποτελεσματική στους ασθενείς που δεν παρουσιάζουν θορυβώδη συμπτωματολογία. Και τα δύο φάρμακα είναι καλά ανεκτά. Τα ποσοστά ίασης μετά από 7-14 ημέρες με εμπειρική αγωγή κυμαίνονται από 85% εως 95%.[43 ] Όταν αποστειρωθούν τα ούρα στις επαναληπτικές καλλιέργειες , οι ασθενείς μπορούν να συνεχίσουν την εμπειρική θεραπεία ή να χορηγηθεί ένα αντιβιοτικό σύμφωνα με το τέστ ευαισθησίας.

Φυτικά και φυσικά βοηθήματα

Τα βότανα και ο φυσικός χυμός των βακκίνιων θεραπειών εθεωρούντο από καιρό οτι έχουν ιδιότητες που προλαμβάνουν ή ανακουφίζουν απο τα συμπτώματα της ουρολοίμωξης. Πρόσφατα, η δυτική ιατρική έχει αρχίσει να ερευνά επιστημονικά τα τα βακκίνια για την δράση τους στη πρόληψη και τη θεραπεία των ουρολοιμώξεων. Τα βακκίνια έχουν ένα υψηλότερο περιεχόμενο οξέων από άλλα φρούτα και στο παρελθόν θεωρήθηκε ότι το κλινικό όφελος του χυμού των βακκίνιων οφειλόταν στη βακτηριοστατική επίδρασή του στα ουροπαθογόνα. Εντούτοις, δεν υπάρχει ακόμα κανένα συγκεκριμένο επιστημονικό στοιχείο ότι η λήψη χυμού των βακκίνιων αλλάζει σημαντικά το pH των ούρων.[44 ] Οι μελέτες in vitro έχουν καταδείξει οτι ένα πολύ μεγάλο μέρος των προανθοκυανιδίων που ανευρίσκονται στα βακκίνια μπορεί να εμποδίσει την προσκόλληση του Ρ fimbriated των κολοβακτηριδίων στο επιθήλιο του κυστικού βλεννογόνου.[45 ] Δύο πρόσφατα, καλά σχεδιασμένες, τυχαίοποιημένες μελέτες,απέδειξαν ότι ο χυμός των βακκίνιων μπορεί να μειώσει τον αριθμό του συμπτωματικων ουρολοιμώξεων σε διάστημα δώδεκα μηνών .[46,47 ] Όμως και οι δύο μελέτες , είχαν υψηλά ποσοστά εγκατάλειψης της θεραπείας, το οποίο εγείρει θέμα ανοχής . Ούτε είναι επίσης σαφές εάν το ίδιο όφελος μπορεί να υπάρξει από συγκεντρωμένη ουσία υπο μορφή δισκίου που κυκλοφορεί στην αγορά . Ο χυμός των βακκίνιων μπορεί να είναι ένα αποτελεσματικό προληπτικό μέτρο, αλλά χρειάζονται περαιτέρω στοιχεία για την ευρεία χρήση του .[48 ]

Διάφορα είδη γαλακτοβακίλλου επίσης φαίνεται να παρουσιάζουν τα προστατευτική δράση ενάντια στην αποίκιση του κολοβακτηριδίου, συμπεριλαμβανομένης της προσκόλλησης στο επιθήλιο του κόλπου, της αναστολής της προσκόλλησης και της ανάπτυξης των ουροπαθογόνων , παραγωγή H2O2, και η έκκριση biosurfactant.[49 ] Αυτήν την περίοδο, η μόνη αποτελεσματική μέθοδος χορήγησης είναι μέσω κολπικού υπόθετου,η οποία δεν είναι ακόμα διαθέσιμη εμπορικά. Το πόσιμο διάλυμα που περιέχει το γαλακτοβάκιλλο CG και είναι εμπορικά διαθέσιμο δεν έχει αποδειχθεί οτι μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής ουρολοίμωξης.[50 ]

Πρόσφατες πρόοδοι στην έρευνα των ουρολοιμώξεων | εμβόλιο

Υπάρχουν 2 εμβόλια για χρήση στις υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις σε κλινικές δοκιμές στις Ηνωμένες Πολιτείες : SolcoUrovac (Solco Βασιλεία, Γερμανία) και Uro- Vaxom (OM PHARMA, Ελβετία) που κυκλοφορεί ήδη στην Ελλάδα . Το SolcoUrovac είναι ένας συνδυασμός 10 βακτηριδίων αδρανοποιημένων δια μέσω θερμότητας συμπεριλαμβανομένων 6 υπότυπους E.Coli , συν 1 υπότυπο από proteus mirabilis, proteus morganii, enterococcus faecalis, και klebsiella pneumoniae. Το εμβόλιο χορηγείται ως κολπικό υπόθετο, και είναι σε φάση αξιολογησης για την ενδομυϊκή και υποβλεννογόνια . Τα πρωτα στοιχεία της φάσης ΙΙ της μελέτης παρουσίασαν σημαντική μείωση στις λοιμώξεις έναντι του placebo,ενώ το 80% των ασθενών ήταν χωρίςλοίμωξη για ένα χρόνο.[51 ]

Το UroVaxom είναι p.os παρασκεύασμα ανοσο-ενεργών συστατικών από 18 υπότυπους του E.Coli . Μια μετα-ανάλυση 5 κλινικών μελετών έδειξε οτι αυτό το εμβόλιο είναι σημαντικά αποτελεσματικότερο από το placebo στην πρόληψη εμφάνισης υποτροπιαζουσών ουρολοιμώξεων και οτι έχει παρόμοια αποτελεσματικότητα με πολλά από τα συνιστώμενα σε καθημερινή δόση αντιβιοτικά σαν θεραπεία χημειοπροφύλαξης χωρίς την επιβάρυνση λήψης αλλά και ανάπτυξης ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά.[52 ] Υπήρξαν λίγες και μικρής σημασίας ανεπιθύμητες ενέργειες όπως η εμφάνιση ήπιου δερματικού εξανθήματος και γαστρεντερικές ενοχλήσεις.

Μια τρίτη μέθοδος που διερευνάται στην προληψη των υποτροπιαζουσών ουρολοιμώξεων είναι η ενδοκυστική έγχυση υαλουρονικού οξέως(Cystistat).[53] Όλοι οι ασθενείς υπεβλήθησαν σε 4 εβδομαδιαίες εγχύσεις, έπειτα σε μία μηνιαία αναμνηστική για 4 μήνες. Οι ασθενείς ήταν ελύθεροι νόσου κατά τη διάρκεια της πένταμηνης φάσης θεραπείας και 70% εξ αυτών ήταν ελεύθερα-υποτροπής στο τέλος ενός έτους παρακολούθησης

Νέοι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες

Νέοι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες είναι υπό ανάπτυξη σχεδόν σε κάθε τρέχουσα κατηγορία αντιβιοτικών.[54 ] Οι νέοι μηχανισμοί που διερευνώνται είναι οι αναστολείς αντλιών βακτηριακής ροής που θα χρησιμοποιούνταν σε συνδυασμό με έναν διαθέσιμο σήμερα παράγοντα για να αυξήσουν την αποτελεσματικότητά του. Πολλά ανθεκτικά βακτηρίδια, όπως το pseudomonas aeruginosa, δείχνουν υπερέκφραση αντλιών βακτηριακής ροής. Οι MurA αναστολείς είναι μια άλλη νέα κατηγορία, που στοχεύουν στο βακτηριακό ένζυμο MurA για να εμποδίσουν τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος σε αμφότερους gram-αρνητικούς και gram-θετικούς οργανισμούς. Η ανάπτυξη παραγόντων με εναλλάσσομενους μηχανισμούς δράσης και καινοτόμες στρατηγικές θεραπείας, όπως τα εμβόλια, είναι βασικά όπλα στην πάλη ενάντια στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά. Νέες έρευνες έδειξαν οτι το εκχύλισμα βοτανων φορσκολίνης μπορεί να έχει έναν βοηθητικό ρόλο μαζί με τα αντιβιοτικά στην εκρίζωση μικροβίων που φωλιάζουν μέσα στις ενδοκυττάριες κύστεις του επιθηλίου της ουροδόχου κύστης.[55 ] Εντούτοις, αυτά τα αποτελέσματα είναι προκαταρκτικά και απαιτούνται δοκιμές στον άνθρωπο προτού να μπορέσουμε να εξακριβώσουμε τη δράση αυτής της ουσίας στη θεραπεία των ουρολοιμλώξεων.

Το μέλλον της έρευνας στις λοιμώξειςτου ουροποιητικού

Αντιμικροβιακή ανθεκτικότητα

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το σημαντικότερο μειονέκτημα και ανησυχία στην θεραπεία των ουρολοιμώξεωνμε τα αντιβιοτικά είναι η ανάπτυξη αντιμικροβιακής ανθεκτικότητας.[54 ] Έχουν προταθεί οι ακόλουθες στρατηγικές για την πρόληψη της ανθεκτικότητας: μειωμένη χορήγηση αντιβιοτικών και συνδυασμός δύο κατηγοριών αντιβιοτικών. Η χορήγηση των αντιβιοτικών μπορεί βεβαίως να μειωθεί με την μη χρήση τους για την θεραπεία της ασυμπτωματικής μικροβιουρίας στο μη εγκυμωνούντα πληθυσμό και την παροχή θεραπείας σχημάτων μικρής διάρκειας για μη επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις. Ο συνδυασμός δύο ειδών αντιβιοτικών για να αποτρέψει την ανάπτυξη ανθεκτικότητας είναι βασισμένος στην εμπειρία μας με τη θεραπεία της φυματίωσης. Οι πιθανότητες ενός παθογόνου να μεταλλαχθεί έτσι ώστε να αναπτύξη ανθεκτικότητα ταυτόχρονα σε 2 ή περισσότερες φαρμακευτικές ουσίες είναι πολύ σπάνιο.[56 ] Λείπει δυστυχώς,μία μεγάλη μελέτη που να επιβεβαιώνει αυτή τη θεωρία για τις ουρολοιμώξεις αλλά μία μελέτη κατέδειξε όφελος στο συνδυασμό σιπροφλοξασίνης και μακρολίδιου απο τη χρήση μόνο σιπροφλοξασίνης.[57 ]

Η ευαισθησία του κολοβακτηριδίου στην ΤΜΡ- SMX βαίνει αυξανόμενη πλησιάζοντας βρίσκεται σε άνοδο και πλησιάζει το όριο 20%, όπου δεν θα ήταν πλέον κατάλληλη ως εμπειρικό θεραπεία.[58 ]. Η αντιμικροβιακή ανθεκτικότητα στις φθοροκινολόνες, αν και σχετικά χαμηλή, επίσης αυξάνεται ειδικά στις περιοχές όπου είναι συχνή η υπερσυνταγογράφηση κυρίως απο γιατρούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης.[59] Η ανθεκτικότητα στην αμπικυλλίνη και την αμοξικιλίνη πλησιάζει τώρα 50%, και ως εκ τούτου αυτά τα φάρμακα δεν πρέπει πλέον να χρησιμοποιούνται ως πρώτης-γραμμής θεραπεία στη μη εγκυμωνούσα ασθενή με ουρολοίμωξη.[60 ] Η ανθεκτικότητα στην νιτροφουραντοίνη παραμένει σε χαμηλά ποσοστά παρά τη διαδεδομένη χρήση και επομένως προτιμάται από πολλούς ουρολόγους ως χημειοπροφύλαξη.

Αν και οι ουρολοιμώξεις είναι πάντα παρούσες στους εξωτερικούς ασθενείς, ένα μεγάλο μέρος των πληροφοριών σχετικά με τη διάγνωση και τη θεραπεία αλλάζει συχνά. Ο γιατρός πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις νέες εξελίξεις, στην παροχή συμβουλών και τη θεραπεία των ασθενών με ουρολοίμωξη. Το κοινό γίνεται όλο και πιό ενήμερο, και έχει επίγνωση, των νεώτερων και εναλλακτικών θεραπευτικών μορφών, και εμείς ως γιατροί οφείλουμε στους ασθενείς μας να βρισκόμαστε μαζί με την επιστήμη πίσω από αυτές τις αλλαγές.

Βιβλιογραφία

  • Foxman B. Epidemiology of urinary tract infections: incidence, morbidity, and economic costs. Am J Med. 2002;113(Suppl 1A):5S-13S.
  • Foxman B, Frerichs RR. Epidemiology of urinary tract infection. II. Diet, clothing, and urination habits. Am J Public Health. 1985;75:1314-1317.
  • Kunin CM. Urinary tract infections in females. Clin Infect Dis. 1994;18:1-12.
  • Nguyen HT. Bacterial infections of the genitourinary tract. In: Tanagho EA, McAninch JW. Smith's General Urology. 16th ed. New York: McGraw-Hill; 2004:203-227.
  • Franco AVM. Recurrent urinary tract infections. Best Pract Res Clin Obstet Gynaecol. 2005;19:861-873.
  • Hopkins WJ, Uehling DT, Wargowski DS. Evaluation of familial predisposition to recurrent urinary tract infections in women. Am J Med Genet. 1999;83:422-424.
  • Lomberg H, Cedergren B, Leffler H, et al. Influence of blood group on the availability of receptors for attachment of uropathogenic Escherichia coli. Infect Immun. 1986;51:919-926.
  • Kass EH. Asymptomatic infections of the urinary tract. Trans Assoc Am Phys. 1956;69:56-63.
  • Hooton TM, Scholes D Hughes JP, et al. A prospective study of risk factors for symptomatic urinary tract infection in young women. N Engl J Med. 1996;335:468-474.
  • Scholes D, Hooton TM, Roberts PL, et al. Risk factors for recurrent UTI in young women. Clin Infect Dis. 2000;182:1177-1182.
  • Raz R, Stamm WE. A controlled trial of intravaginal estriol in postmenopausal women with recurrent urinary tract infections. N Engl J Med. 1993;329:753-756.
  • Smith HS, Hughes JP, Hooton TM, et al. Antecedent antimicrobial use increases the risk of uncomplicated cystitis in young women. Clin Infect Dis. 1997;25:63-68.
  • Car J. Urinary tract infections in women: diagnosis and management in primary care. BMJ. 2006;332:94-97.
  • Nicolle LE, Harding GK, Preiksaitis J, Ronald AR. The association of urinary tract infection with sexual intercourse. J Infect Dis. 1982;146:579-583.
  • Nicolle LE, Bradley S, Colgan R, et al. Infectious Diseases Society of America guidelines for the diagnosis and treatment of asymptomatic bacteriuria in adults. Clin Infect Dis. 2005;40:643-654.
  • Wadland WC, Plante DA. Screening for asymptomatic bacteriuria in pregnancy: a decision and cost analysis. J Fam Pract. 1989;29:372-376.
  • Schieve LA, Handler A, Hershow R, et al. Urinary infection during pregnancy: its association with maternal morbidity and perinatal outcome. Am J Public Health. 1994;84:405-410.
  • Medina-Bombardo D, Segui-Diaz M Roca-Fusalba C, Llobera J. What is the predictive value of urinary symptoms for diagnosing urinary tract infection in women? Fam Pract. 2003;20:103-107.
  • Barry HC, Ebell MH, Hickner J. Evaluation of suspected urinary tract infection in ambulatory women: a cost-utility analysis of office-based strategies. J Fam Pract. 1997;44:49-60.
  • Barry HC, Hickner J, Ebell MH, Ettenhofer T. A randomized controlled trial of telephone management of suspected urinary tract infections in women. J Fam Pract. 2001;50:589-594.
  • Deville WLJM, Yzermans JC, van Duijn NP, Bezemer PD, van der Windt DAWM, Bouter LM. The urine dipstick test useful to rule out infections: a meta-analysis of the accuracy. BMC Urol. 2004;4:1-14.
  • Richards D, Toop L, Chambers S, Fletcher L. Response to antibiotics of women with symptoms of urinary tract infection but negative dipstick urine test results: double blind randomized controlled trial. BMJ. 2005;331:4-8.
  • Lifshitz E, Kramer L. Outpatient urine culture: Does collection technique matter? Arch Intern Med. 2000;160:1537-2540.
  • Winkens RA, Leffers P, Trienekens TA, Stobberingh EE. The validity of urine examination for urinary tract infections in daily practice. Fam Pract. 1995;12:290-293.
  • Wagenlehner Fm, Naber KG. Hospital-acquired urinary tract infections. J Hosp Infect. 2000;46:171-181.
  • Warren JW, Abrutyn E, Hebel JR, Johnson JR, Schaeffer AJ, Stamm WE. Guidelines for antimicrobial treatment of uncomplicated acute bacterial cystitis and acute pyelonephritis in women. Infectious Diseases Society of America. Clin Infect Dis. 1999;29:745-758.
  • Nicolle LE. Urinary tract infection: traditional pharmacologic therapies. Am J Med. 2002;113(Suppl 1A):35S-44S.
  • Christiaens TC, De Meyere M, Verschraegen G, Peersman W, heytens S, De Maeseneer JM. Randomized, controlled trial of nitrofurantoin versus placebo in the treatment of uncomplicated urinary tract infection in adult women. Br J Gen Pract. 2002;52:729-734.
  • Zhanel GG, Hisanaga TL, Laing NM, et al. Antibiotic resistance in Escherichia coli outpatient urinary isolates: final results from the North American Urinary Tract Infection Collaborative Alliance. Int J Antimicrob Agents. 2006;27:468-475.
  • Iravani A, Klimberg I, Briefer C, Munera C, Kowalsky SF, Echols RM. A trial comparing low-dose, short-course ciprofloxacin and standard 7 day therapy with co-trimoxazole or nitrofurantoin in the treatment of uncomplicated urinary tract infection. J Antimicrob Chemother. 1999;43(Suppl A):67-75.
  • Hooton TM, Winter C, Tiu F, Stamm WE. Randomized comparative trial and cost analysis of 3-day antimicrobial regimens for treatment of acute cystitis in women. JAMA. 1995;273:41-45.
  • McCarty JM, Richard G, Huck W, Tucker RM, Tosiello RL, Shan M, et al. A randomized trial of short-course ciprofloxacin, ofloxacin, or trimethoprim/ sulfamethoxazole for the treatment of acute urinary tract infection in women. Am J Med. 1999;106:292-299
  • Garlando F, Rietiker S, Tauber MG, Flepp M, Meier B, Luthy R. Single-dose ciprofloxacin at 100 versus 250 mg for treatment of uncomplicated urinary tract infections in women. Antimicrob Agents Chemother. 1987;31:354-356.
  • Stanton SL, Dwyer PL, eds. Urinary Tract Infection in the Female. London: Isis Medical Media; 2000.
  • Stamm WE, Hooton TM. Management of urinary tract infections in adults. New Engl J Med. 1993;329:1328-1334.
  • Hooton TM, Stamm WE. Diagnosis and treatment of uncomplicated urinary tract infection. Infect Dis Clin N Am. 1997;11:551-581.
  • Stapleton A, Latham RH, Johnson C, et al. Postcoital antimicrobial prophylaxis for recurrent urinary tract infection: a randomized, double-blind, placebo-controlled trial. JAMA. 1990;264:703-706.
  • Melekos MD, Asback HW, Gerharz E, et al. Post-intercourse versus daily ciprofloxacin prophylaxis for recurrent urinary tract infections in premenopausal women. J Urol. 1997;157:935-939.
  • Gupta K, Hooton TM, Roberts PL, Stamm WE. Patient-initiated treatment of uncomplicated recurrent urinary tract infections in young women. Ann Int Med. 2001;135:9-16.
  • Naber K, Bergman B, Bishop MC, et al. Guidelines on Urinary and Male Genital Tract Infections. Arnhem, The Netherlands: European Association of Urology; 2001.
  • Dacher JN, Boillot B, Eurin D, Marguet C, Mitrofanoff P, Le Dosseur P. Rational use of CT in acute pyelonephritis: findings and relationships with reflux. Pediatr Radiol. 1993;23:281-285.
  • Nickel JC. The management of acute pyelonephritis in adults. Can J Urol. 2001;8:29-38.
  • Piccoli GB, Consiglio V, Colla L, et al. Antibiotic treatment for acute 'uncomplicated' or 'primary' pyelonephritis: a systematic, 'semantic revision.' Int J Antimicrob Agents. 2006;28(Suppl 1):S49-S63.
  • Howell AB. Cranberry proanthocyanidins and the maintenance of urinary tract health. Crit Rev Food Sci Nutr. 2002;42:273-278.
  • Howell AB, Vorsa N, Der Marderosian A, Foo L. Inhibition of the adherence of P-fimbriated Escherichia coli to uroepithelial-cell surfaces by proanthocyanidin extracts from cranberries. N Engl J Med. 1998;339:1085-1086.
  • Kontiokari T, Sundqvist K, Nuutinen M, Pokka T, Koskela M, Uhari M. Randomised trial of cranberry-lingonberry juice and Lactobacillus GG drink for the prevention of urinary tract infections in women. BMJ. 2001;322:1571-1573.
  • Stothers L. A randomized trial to evaluate effectiveness and cost effectiveness of naturopathic cranberry products as prophylaxis against urinary tract infection in women. Can J Urol. 2002;9:1558-1562.
  • Jepson RG, Mihaljevic L, Craig JC. Cranberries for treating urinary tract infections. Cochrane Database of Systematic Reviews 1998, Issue 4. Art. No.: CD001322. DOI: 10.1002/14651858.CD001322.
  • Reid G. The scientific basis for probiotic strains of Lactobacillus. Appl Environ Microbiol. 1999;65:3763-3766.
  • Kontiokari T, Sundqvist K, Nuutinen M, Pokka T, Koskela M, Uhari M. Randomised trial of cranberry-lingonberry juice and Lactobacillus GG drink for the prevention of urinary tract infections in women. BMJ 2001;322:1571.
  • Uehling DT, Hopkins WJ, Balish E, Xing Y, Heisey DM. Vaginal mucosal immunization for recurrent urinary tract infection: phase II clinical trial. J Urol. 1997;157:2049-2052.
  • Bauer HW, Rahlfs VW, Lauener PA, Blebmann GSS. Prevention of recurrent urinary tract infections with immunoactive E. coli fractions: a meta-analysis of five placebo-controlled double-blind studies. Int J Antimicrob Agents. 2002;19:451-456.
  • Constantinides C, Manousakas T, Nikolopoulos P, et al. Prevention of recurrent bacterial cystitis by intravesical administration of hyaluronic acid: a pilot study. BJU International. 2004;93:1262-1266.
  • Wagenlehner FME, Naber KG. Treatment of bacterial urinary tract infections: presence and future. Eur Urol. 2006;49:235-244.
  • Bishop BL, Duncan MJ, Song J, Li G, Zaas D, Abraham SN. Cyclic AMP-regulated exocytosis of Escherichia coli from infected bladder epithelial cells. Nat Med. 2007 Apr 8; [Epub ahead of print].
  • Zhao X, Drlica K. Restricting the selection of antibiotic resistant mutants: a general strategy derived from fluoroquinolones studies. Clin Infect Dis. 2001;33(Suppl 3):S147-S156.
  • Sano M, Takahashi S, Nishimura M, et al. A clinical study on combination therapy of antimicrobial agents for complicated urinary tract infection-with special reference to combination with clarithromycin. Nippon Hinyokika Gakkai Zasshi. 1997;88:596-604.
  • Karlowsky JA, Kelly LJ, Thornsberry C, Jones ME, Sahm DF. Trends in antimicrobial resistance among urinary tract infection isolates of Escherichia coli from female outpatients in the United States. Antimicrob Agents Chemother. 2002;46:2540-2545.
  • Osterlund A, Olsson-Lilijequist B. Fluoroquinolone resistance of human pathogenic bacteria: resistant E coli now appearing in Sweden. Lakartidningen. 1999;96:1965-1966.
  • Gupta K, Scholes D, Stamm WE. Increasing prevalence of antimicrobial resistance among uropathogens causing acute uncomplicated cystitis in women. JAMA. 1999;281:736-738.