Ουρολοιμώξεις

Διάγνωση, θεραπεία και πρόληψη για απλές και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.

Ως ουρολοίμωξη ορίζεται η βακτηριακή εισβολή στο ουροποιητικο σύστημα και μπορεί να εμφανιστεί οπουδήποτε μεταξύ ουρήθρας και νεφρού. Η ταξινόμηση των ουρολοιμώξεων είναι συνήθως βασισμένη σύμφωνα με την περιοχή της μόλυνσης -- η λοίμωξη της κύστης είναι γνωστή ως κυστiτιδα, του νεφρού ως πυελονεφρίτις, και των ούρων ως βακτηριουρία.[1]

Οι άμεσες και έμμεσες δαπάνες των ουρολοιμώξεων

Είναι η δεύτερη πιό κοινή αιτία λοίμωξης ασθενών που προσέρχονται στα εξωτερικά ιατρεία των μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης συνολικά, και η πιό κοινή αιτία μικροβιακής λοίμωξης ασθενών εξωτερικών ιατρείων. Έχει υπολογιστεί ότι οι ουρολοιμώξεις ευθύνονται για τις 7 εκατομμύρια επισκέψεις ετησίως στα εξωτερικά ιατρεία, μαζί με 1 εκατομμύριο επισκέψεις στο τμήμα επειγόντων περιστατικών στις ΗΠΑ.

Ο οικονομικός αντίκτυπος των ουρολοιμώξεων είναι αντίστοιχα μεγάλος, που φθάνουν συνολικά περίπου τα 1,6 δισεκατομμύρια $ άμεσες δαπάνες ετησίως και περιλαμβάνουν τις επισκέψεις παθολόγων, τις συνταγές, τις δαπάνες εισαγωγής σε νοσοκομείο καθώς επίσης και τις δαπάνες του ταξιδιού, τις ημέρες απουσίας απο την εργασία καθώς επίσης τη νοσηρότητα. Οι έμμεσες δαπάνες είναι η χαμένη παραγωγικότητα που συνδέεται με μια ασθένεια. Έρευνες σε φοιτήτριες διαπίστωσαν ότι οι ουρολοιμώξεις τις οδήγησαν σε 6,1 ημέρες με συμπτωματολογία, 2,4 ημέρες περιορισμένης δραστηριότητας, και 0,4 ημέρες με κατάκλιση .[1,2]

Επιδημιολογία, παθογένεση, και παράγοντες κινδύνου

Η αληθινή επίπτωση των ουρολοιμώξεων είναι κάπως ασαφής. Σύμφωνα με μια εκτίμηση, 1 στις 2 γυναίκες θα παρουσιάσει ένα επεισόδιο ουρολοίμωξης στη διάρκεια της ζωής της.[3] Περίπου 7 εκατομμύρια περιπτώσεις οξείας κυστίτιδας διαγιγνώσκονται ετησίως σε νέες γυναίκες στις ΗΠΑ, αλλά ο πραγματικός αριθμός είναι πιθανά αρκετά υψηλότερος επειδή περίπου 50% όλων των γυναικών με ουρολοιμώξεις δεν πάνε στο γιατρό τους.[5]

Οι παράγοντες κινδύνου των ουρολοιμώξεων [4] μπορούν να είναι είτε τροποποιήσιμοι είτε να σχετίζονται με γενετική προδιάθεση του ατόμου, και διαφέρουν σύμφωνα με την ηλικία του ασθενή. Οι ουρολοιμώξεις στις νέες προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες σχετίζεται συνήθως με τη σεξουαλική δραστηριότητα, ενώ οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έχουν διαφορετικούς παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με συνοδά νοσήματα, συμπεριλαμβανομένης της κολπικής ατροφίας λόγω ανεπάρκειας οιστρογόνων και την αυξημένη στάση των ούρων.[5]

  • Γενετική προδιάθεση: Ο Hopkins και συν. παρατήρησαν μια αυξημένη συχνότητα ουρολοιμώξεων στις γυναίκες που στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον είχαν ένα μέλος που έπασχε από υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις [6]. Άλλος γενετικός παράγων είναι το nonsecretor status για τα αντιγόνα των ομάδων αίματος ABO. Μελέτες δείχνουν οτι τα ουροπαθογόνα κολοβακτηρίδια προσκολλώνται πιο εύκολα στο ουροθήλιο αυτών των γυναικών.[7]
  • Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες: Πολλές φορές έχουν πρόσθετους παράγοντες κινδύνου όπως ιστορικό μιάς χειρουργικής επέμβασης ουροποιογεννητικού, ακράτεια ούρων, παρουσία κυστεοκήλης, ή ακόμα ένα μεγάλο υπόλειμμα ούρων. [5]
  • Σακχαρώδης διαβήτης: Συνδέεται με την εμφάνιση μη κοινών ουροπαθογόνων και μια αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών όπως εμφυσηματώδης πυελονεφρίτις ή η κυστίτιδα. Οι γυναίκες ασθενείς με διαβήτη και υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις παρουσιάζουν συμπτωματικά επεισόδια 2-3 φορές συχνότερα.[1,8]
  • Τροποποιήσιμοι παράγοντες: Περιλαμβάνονται οι μέθοδοι αντισύλληψης, ειδικά η χρήση των κολπικών διαφραγμάτων και οι σπερματοκτόνοι παράγοντες.[9] Άλλοι 2 σεξουαλικά συσχετιζόμενοι παράγοντες: η συχνότητα της σεξουαλικής επαφής και η αλλαγή ερωτικού σύντροφου εντός του προηγούμενου έτους. [10]
  • Ανεπάρκεια οιστρογόνων & Αντιβιοτικά: Η ανεπάρκεια στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, είναι ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να αντιστραφεί με τοπική (κολπική) θεραπεία υποκατάστασης. [11] Η πρόσφατη χρήση αντιβιοτικών συστηματικά (διαταράσσει την κολπική χλωρίδα), είναι ένας άλλος παράγοντας.[12]

Ο πιό κοινός παθογενετικός μηχανισμός δια μέσω του οποίου τα βακτήρια εισέρχονται στο ουροποιητικό είναι οι περιουρηθρικές περιοχές[4]. Έχει υποτεθεί ότι οι γυναίκες είναι περισσότερα επιρρεπείς σε ουρολοιμώξεις από ότι οι άνδρες επειδή η ουρήθρα τους είναι βραχύτερη καθώς επίσης στη στενή της γειτνίαση με τον πρωκτό[14]. Περίπου το 80% των ουρολοιμώξεων της κοινοτητας οφείλονται στο κολοβακτηρίδιο και ειδικά ο ορρότυπος Ο, ακολουθούμενος απο άλλα λιγότερο κοινά παθογόνα συμπεριλαμβανομένων των Staphylococcus saprophyticus, Klebsiella, Proteus, Enterobacter spp., και εντεροκόκκων [4].

Ασυμπτωματική Βακτηριουρία

Είναι η παρουσία βακτηρίων στα ούρα, είναι ένα κλινικό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των τύπων των ουρολοιμώξεων. Όταν δεν συνοδεύεται από κανένα άλλο σύμπτωμα, αναφέρεται ως ασυμπτωματική βακτηριουρία ή μικροβιουρία. Μια διάγνωση απαιτεί την παρουσία 100.000 αποικιών (CFU)/ml από μέσου ρεύματος καθαρό δείγμα συλλογής ούρων ή τουλάχιστον 100 CFU/mL για ένα δείγμα απο καθετηριασμό[15]. Η δοκιμαστική ταινία (stick) ούρων για ανίχνευση εστεράσης λευκοκυττάρων και νιτρώδους άλατος είναι μικρής χρησιμότητας σε ένα ασυμπτωματικό ασθενή[16].

Η ασυμπτωματική βακτηριουρία πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο στις έγκυες γυναίκες οι οποίες θα πρέπει ως ρουτίνα να υποβάλλονται σε καλλιέργεια ούρων στο τέλος του πρώτου τριμήνου[15]. Ασθενείς χωρίς συμπτώματα απο το κατώτερο ουροποιητικό δεν θα πρέπει να υποβάλλονται στη δοκιμασία του stick ούρων ή σε καλλιέργεια ούρων... Οι έγκυες γυναίκες με ασυμπτωματική βακτηριουρία θα πρέπει να καλυφθούν με 3-7 ημερες θεραπεία με αντιβιοτικά. Σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρεία Λοιμωδών παθήσεων μη θεραπευθείσα βακτηριουρία στις έγκυες γυναίκες έχει συνδεθεί με την πρόωρη γέννα, και λιποβαρή παιδιά[17].

Μη επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις (Οξεία Κυστίτιδα)

Η οξεία κυστίτιδα ή μη επιπλεγμένη ουρολοίμωξη ορίζεται ως μια συμπτωματική λοίμωξη της ουροδόχου κύστης σε ένα υγιές, μη εγκυμονούν άτομο με φυσιολογικό ουρογεννητικό σύστημα. Το 95% των περιπτώσεων της οξείας κυστίτιδας εμφανίζεται στις γυναίκες. Η μη επιπλεγμένη ουρολοίμωξη θεωρείται γενικά μια καλοήθης ασθένεια και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για εμφάνιση μακροπρόθεσμων δευτερογενών επιπλοκών συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας, της εμφάνισης νεφρικών ουλών, ή της υπέρτασης.

Τα συμπτώματα της κυστίτιδας είναι: συχνουρία, καύσος και τσούξιμο κατα την ούρηση, δυσουρία, επιτακτική ούρηση, και στραγγουρία. Η συχνουρία είναι το πιό κοινό σύμπτωμα ενω μπορεί επίσης να εμφανισθεί αιματουρία, υπερηβικό άλγος ή τάση καθώς επίσης μια αλλαγή στην οσμή των ούρων. Ο κλινικός γιατρός θα πρέπει πάντα να διερευνά για πυρετό, οσφυικό άλγος, κολπικές ενοχλήσεις, παρουσία εκρίμματος, αλλαγές στη σεξουαλική δραστηριότητα ή το σύντροφο. Οποιαδήποτε από αυτά τα συμπτώματα μπορούν να υποδηλώσουν μια πάθηση διαφορετική απο την οξεία κυστίτιδα. [13, 19, 20]

Διαγνωστικές Εξετάσεις

Δοκιμαστική ταινία (Stick) ούρων

Είναι μια τυποποιημένη μέθοδος διάγνωσης για την οξεία κυστίτιδα, αλλά υπάρχει μεγάλη διαφωνία για τη χρησιμότητα και το ρόλο του. Αυτή η δοκιμασία είναι γρήγορη, προσιτή, και εύκολο να εφαρμοσθεί ακόμα και στο ιατρείο. Ούτε τα νιτρώδη άλατα, ούτε η εστεράση των λευκοκυττάρων απο μόνες τους έχουν επαρκή ευαισθησία και ειδικότητα για να διαγνώσουν ή να αποκλείσουν μία κυστίτιδα. Όταν χρησιμοποιούνται μαζί (εάν τα αποτελέσματα και από τις δύο δοκιμασίες είναι αρνητικά), η αρνητική προγνωστική αξία είναι επαρκής ώστε να αποκλείσει τη λοίμωξη. [21, 22]

Μικροσκοπική ανάλυση ούρων

Η μικροσκοπική εξέταση φυγοκεντρισμένου δείγματος ούρων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανιχνεύσει βακτηριακές συγκεντρώσεις μεγαλύτερες από 100.000 CFU/mL. Τρία ή περισσότερα λευκά αιμοσφαίρια (WBCs) ανά οπτικό πεδίο υποδηλώνουν την πιθανότητα λοίμωξης[4]. Η ύπαρξη κυλίνδρων θέτει υποψία μόλυνσης του ανώτερου υοροποιητικού.

Καλλιέργεια ούρων

Όταν μία ή και δύο αποτελέσματα της δοκιμαστικής ταινίας (stick) ούρων είναι θετικά, σε συμπτωματικό ασθενή,τότε η καλλιέργεια ούρων δεν είναι απαραίτητη. Πληθυσμοί ασθενών στους οποίους ενδείκνυται η καλλιέργεια ούρων είναι εκείνοι με προδιάθεσικούς παράγοντες για ανάπτυξη λοιμώξεων ανώτερου ουροποιητικού ή εμφάνιση επιπλεγμένων ουρολοιμώξεων (όπως οι ασθενείς με υδρονέφρωση ή άτονη κύστη).[13]

Ουροκαλλιέργεια πρέπει επίσης να λαμβάνεται στους ασθενείς των οποίων τα συμπτώματα δεν υφίονται μετά από τη θεραπεία ή υποτροπιάζουν σε 2-4 εβδομάδες από τη θεραπεία.

Θεραπεία & Φαρμακευτική Αγωγή

Πρώτης και Δεύτερης γραμμής θεραπεία

Η ιδανική εμπειρική θεραπεία θα πρέπει να μπορεί να εξουδετερώνει τα πιο πιθανά παθογόνα, να είναι καλά ανεκτή, μικρής διάρκειας, και να είναι οικονομικά προσιτή. Η τριμεθοπρίμη-σουλφομεθοξαζόλη (TMP- SMX) είναι το φάρμακο εκλογής σαν θεραπεία πρώτης-γραμμής για μη επιπλεγμένες ουρολοιμώξεις [25-27]. Έχει αποτελεσματικότητα που κυμαίνεται στο 90%- 95%, και μπορεί να δοθεί και σαν σχήμα τριών ημερών.

Η Νιτροφουραντοίνη είναι επίσης μια πολύ καλή επιλογή σαν θεραπεία πρώτης-γραμμής. Έχει χαμηλή ανθεκτικότητα (1,1%), και είναι καλά ανεκτή με εξαιρετικό προφιλ ασφάλειας (αποτελεί ρεκόρ αφού ξεπερνα τα 50 χρόνια) [29]. Το μειονέκτημα είναι οτι η μέγιστη αποτελεσματικότητα της -- 85% ως 90% -- επιτυγχάνεται με θεραπευτικό σχήμα επτά ημερών.

Οι φθοροκινολόνες χρησιμοποιούνται γενικά σαν θεραπεία δεύτερης-γραμμής για την εμπειρική θεραπεία μη επιπλεγμένων ουρολοιμωξεων , εξ αιτίας του κόστους της θεραπείας και της συνεχούς αύξησης της ανθεκτικότητας του κολοβακτηρίδιου. Μπορούν να δοθούν ως σχήμα τριών ημερών με ποσοστά αποτελεσματικότητας ίδια με της TMP- SMX (90%-95%). [32]

Πίνακας 1. Σύγκριση των συνηθέστερα χρησιμοποιούμενων κινολονών για τη θεραπεία ουρολοιμώξεων

Φάρμακο Δοσολογία (PO) Διάρκεια Συγκέντρωση στα ούρα* Αποτελεσματικότητα
Levofloxacin 500 mg 3 ημέρες 43% 97%
Ciprofloxacin extended-release 500 mg 3 ημέρες 84% 95%
Gatifloxacin 400 mg 3 ημέρες 80% 91%

Υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις

Ένας ασθενής θεωρείται οτι παρουσιάζει υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις εάν έχει 3 ή περισσότερα συμπτωματικά επεισόδια μέσα σε μία περίοδο δώδεκα μηνών.[34] Αυτό μπορεί να είναι αποτέλεσμα των μικροβίων που παραμένουν στην κύστη, που δεν εκριζώνονται παρά τη θεραπεία ή από μία συνεχιζόμενη επιλοίμωξη από ένα άλλο μικροοργανισμό.[34]. Οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις προκαλούνται κυρίως από τα κολοβακτηρίδια (70%-95% των περιπτώσεων) ακολουθούμενα από το S saprophyticus (5%-20%), και ευκαιριακά από άλλα ουροπαθογόνα.[35]

Χημειοπροφύλαξη: Μόλις υποχωρήσει το συμπτωματικό επεισόδιο, η συνεχής θεραπεία καταστολής απαιτεί ο ασθενή να λάβει αντιβιοτικά χαμηλής-δόσης καθημερινά (συνήθως την ώρα του ύπνου) για 6 μήνες έως 1 έτος. Δυστυχώς, το 50% των γυναικών θα υποτροπιάσει μέσα σε 3 μήνες αφότου η χημειοπροφύλαξη τελειώσει.[27]

Προφύλαξη μετά την επαφή: Η προφυλακτική θεραπεία μετα την σεξουαλική επαφή είναι μια οικονομικώς πιό αποδοτική μέθοδος στις γυναίκες που έχει βρεθεί μια σαφής τεκμηριωμένη σχέση μεταξύ της επαφής και της λοίμωξης (τις τελευταίες 48 ώρες).

Φυτικά και φυσικά βοηθήματα

Τα βότανα και ο φυσικός χυμός των βακκίνιων (cranberries) εθεωρούντο από καιρό οτι έχουν ιδιότητες που προλαμβάνουν ή ανακουφίζουν απο τα συμπτώματα. Τα βακκίνια έχουν ένα υψηλότερο περιεχόμενο οξέων από άλλα φρούτα. Οι μελέτες in vitro έχουν καταδείξει οτι ένα πολύ μεγάλο μέρος των προανθοκυανιδίων που ανευρίσκονται στα βακκίνια μπορεί να εμποδίσει την προσκόλληση του P fimbriated των κολοβακτηριδίων στο επιθήλιο του κυστικού βλεννογόνου.[45] Δύο πρόσφατα καλά σχεδιασμένες τυχαιοποιημένες μελέτες απέδειξαν ότι ο χυμός των βακκίνιων μπορεί να μειώσει τον αριθμό των συμπτωματικων ουρολοιμώξεων σε διάστημα δώδεκα μηνών.[46,47]

Διάφορα είδη γαλακτοβάκιλλου επίσης φαίνεται να παρουσιάζουν προστατευτική δράση ενάντια στην αποίκιση του κολοβακτηριδίου. Αυτήν την περίοδο, η μόνη αποτελεσματική μέθοδος χορήγησης είναι μέσω κολπικού υπόθετου.[49]

Πυελονεφρίτις (Λοίμωξη του νεφρού)

Οι λοιμώξεις του ανώτερου ουροποιητικού προκαλούνται συνήθως από τα βακτήρια που εισβάλλουν στον ουρητήρα δια μέσου της κύστης. Γενικά, οι λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού χαρακτηρίζονται με συμπτωματολογία που έχει σχέση με την ούρηση και με απουσία συστηματικής συμπτωματολογίας. Τα συμπτώματα ενδεικτικά λοίμωξης ανώτερου ουροποιητικού περιλαμβάνουν τον πυρετό, ρίγη, και ευαισθησία στην οσφύ.

Εργαστηριακός και Απεικονιστικός έλεγχος

Η ανάλυση των ούρων θα καταδείξει πιθανώς την παρουσία του λευκών και ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι καλλιέργειες ούρων και αίματος θα πρέπει να λαμβάνονται στον εμπύρετο ασθενή, πάντα πριν από την έναρξη των αντιβιοτικών. Οι εξετάσεις αίματος στους ασθενείς με πυελονεφρίτιδα είναι πιθανό να αποκαλύψουν λευκοκυττάρωση, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθρών, οπως επίσης αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτείνη.[4].

Στους ασθενείς με πόνο στην οσφύ, αιματουρία, ή εκείνους που παρουσιάζουν συστηματική συμπτωματολογία, θα πρέπει να υποβάλλονται σε απεικονιστικό έλεγχο, δηλ., υπερηχογραφία καθώς και απλή ακτινογραφία (ΝΟΚ).[40]. Η ενδοφλέβιος ουρογραφία ή κατά προτίμηση αξονική τομογραφία δίδεται στις περιπτώσεις που θέλουμε να διερευνήσουμε περαιτέρω τυχόν ευρήματα.

Αντιμετώπιση

Η θεραπεία της πυελονεφρίτιδας εξαρτάται από τη σοβαρότητα της συμπτωματολογίας. Οι τοξικοί ασθενείς πρέπει να νοσηλευθούν και να αρχίσουν εμπειρική αγωγή με ενδοφλέβιο αμπικιλλίνη και αμινογλυκοσίδη (γενταμυκίνη).[42] Τα ενδοφλέβια αντιβιοτικά συνεχίζονται έως ότου υποχωρήσουν ο πυρετός και η βακτηριαιμία, συνήθως περίπου μετά 3 ημέρες και συνεχίζεται με αντιβιοτικά σύμφωνα με τις ευαισθησίες του αντιβιογράμματος για άλλες 10-14 ημέρες. Τα ποσοστά ίασης κυμαίνονται από 85% εως 95%.[43]

Πρόσφατες πρόοδοι & Εμβόλια

Υπάρχουν 2 εμβόλια για χρήση στις υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις: SolcoUrovac και Uro- Vaxom (που κυκλοφορεί ήδη στην Ελλάδα).

  • Το SolcoUrovac είναι ένας συνδυασμός 10 βακτηριδίων αδρανοποιημένων. Χορηγείται ως κολπικό υπόθετο. Το 80% των ασθενών ήταν χωρίς λοίμωξη για ένα χρόνο.[51]
  • Το UroVaxom είναι p.os (από το στόμα) σκεύασμα ανοσο-ενεργών συστατικών από 18 υπότυπους του E.Coli. Μια μετα-ανάλυση έδειξε οτι αυτό το εμβόλιο είναι σημαντικά αποτελεσματικότερο από το placebo στην πρόληψη, με παρόμοια αποτελεσματικότητα με την χημειοπροφύλαξη (χωρίς την επιβάρυνση ανάπτυξης ανθεκτικότητας στα αντιβιοτικά).[52]
  • Μια τρίτη μέθοδος είναι η ενδοκυστική έγχυση υαλουρονικού οξέως (Cystistat). Το 70% εξ αυτών ήταν ελεύθερα-υποτροπής στο τέλος ενός έτους.[53]

Αντιμικροβιακή ανθεκτικότητα

Το σημαντικότερο μειονέκτημα και ανησυχία στην θεραπεία των ουρολοιμώξεων με τα αντιβιοτικά είναι η ανάπτυξη αντιμικροβιακής ανθεκτικότητας.[54] Η χορήγηση των αντιβιοτικών μπορεί να μειωθεί με την μη χρήση τους για την θεραπεία της ασυμπτωματικής μικροβιουρίας στο μη εγκυμονούντα πληθυσμό και την παροχή σχημάτων μικρής διάρκειας. Η ανθεκτικότητα στην αμπικιλλίνη και την αμοξικιλλίνη πλησιάζει τώρα 50%, και ως εκ τούτου δεν πρέπει πλέον να χρησιμοποιούνται ως πρώτης-γραμμής θεραπεία στη μη εγκυμονούσα ασθενή.[60] Η ανθεκτικότητα στην νιτροφουραντοίνη παραμένει σε χαμηλά ποσοστά.

Βιβλιογραφία

  1. Foxman B. Epidemiology of urinary tract infections: incidence, morbidity, and economic costs. Am J Med. 2002;113(Suppl 1A):5S-13S.
  2. Foxman B, Frerichs RR. Epidemiology of urinary tract infection. II. Diet, clothing, and urination habits. Am J Public Health. 1985;75:1314-1317.
  3. Kunin CM. Urinary tract infections in females. Clin Infect Dis. 1994;18:1-12.
  4. Nguyen HT. Bacterial infections of the genitourinary tract. In: Tanagho EA, McAninch JW. Smith's General Urology. 16th ed. New York: McGraw-Hill; 2004:203-227.
  5. Franco AVM. Recurrent urinary tract infections. Best Pract Res Clin Obstet Gynaecol. 2005;19:861-873.
  6. Hopkins WJ, Uehling DT, Wargowski DS. Evaluation of familial predisposition to recurrent urinary tract infections in women. Am J Med Genet. 1999;83:422-424.
  7. Lomberg H, Cedergren B, Leffler H, et al. Influence of blood group on the availability of receptors for attachment of uropathogenic Escherichia coli. Infect Immun. 1986;51:919-926.
  8. Kass EH. Asymptomatic infections of the urinary tract. Trans Assoc Am Phys. 1956;69:56-63.
  9. Hooton TM, Scholes D Hughes JP, et al. A prospective study of risk factors for symptomatic urinary tract infection in young women. N Engl J Med. 1996;335:468-474.
  10. Scholes D, Hooton TM, Roberts PL, et al. Risk factors for recurrent UTI in young women. Clin Infect Dis. 2000;182:1177-1182.
  11. Raz R, Stamm WE. A controlled trial of intravaginal estriol in postmenopausal women with recurrent urinary tract infections. N Engl J Med. 1993;329:753-756.
  12. Smith HS, Hughes JP, Hooton TM, et al. Antecedent antimicrobial use increases the risk of uncomplicated cystitis in young women. Clin Infect Dis. 1997;25:63-68.
  13. Car J. Urinary tract infections in women: diagnosis and management in primary care. BMJ. 2006;332:94-97.
  14. Nicolle LE, Harding GK, Preiksaitis J, Ronald AR. The association of urinary tract infection with sexual intercourse. J Infect Dis. 1982;146:579-583.
  15. Nicolle LE, Bradley S, Colgan R, et al. Infectious Diseases Society of America guidelines for the diagnosis and treatment of asymptomatic bacteriuria in adults. Clin Infect Dis. 2005;40:643-654.
  16. Wadland WC, Plante DA. Screening for asymptomatic bacteriuria in pregnancy: a decision and cost analysis. J Fam Pract. 1989;29:372-376.
  17. Schieve LA, Handler A, Hershow R, et al. Urinary infection during pregnancy: its association with maternal morbidity and perinatal outcome. Am J Public Health. 1994;84:405-410.
  18. Medina-Bombardo D, Segui-Diaz M Roca-Fusalba C, Llobera J. What is the predictive value of urinary symptoms for diagnosing urinary tract infection in women? Fam Pract. 2003;20:103-107.
  19. Barry HC, Ebell MH, Hickner J. Evaluation of suspected urinary tract infection in ambulatory women: a cost-utility analysis of office-based strategies. J Fam Pract. 1997;44:49-60.
  20. Barry HC, Hickner J, Ebell MH, Ettenhofer T. A randomized controlled trial of telephone management of suspected urinary tract infections in women. J Fam Pract. 2001;50:589-594.
  21. Deville WLJM, Yzermans JC, van Duijn NP, Bezemer PD, van der Windt DAWM, Bouter LM. The urine dipstick test useful to rule out infections: a meta-analysis of the accuracy. BMC Urol. 2004;4:1-14.
  22. Richards D, Toop L, Chambers S, Fletcher L. Response to antibiotics of women with symptoms of urinary tract infection but negative dipstick urine test results: double blind randomized controlled trial. BMJ. 2005;331:4-8.
  23. Lifshitz E, Kramer L. Outpatient urine culture: Does collection technique matter? Arch Intern Med. 2000;160:1537-2540.
  24. Winkens RA, Leffers P, Trienekens TA, Stobberingh EE. The validity of urine examination for urinary tract infections in daily practice. Fam Pract. 1995;12:290-293.
  25. Wagenlehner Fm, Naber KG. Hospital-acquired urinary tract infections. J Hosp Infect. 2000;46:171-181.
  26. Warren JW, Abrutyn E, Hebel JR, Johnson JR, Schaeffer AJ, Stamm WE. Guidelines for antimicrobial treatment of uncomplicated acute bacterial cystitis and acute pyelonephritis in women. Infectious Diseases Society of America. Clin Infect Dis. 1999;29:745-758.
  27. Nicolle LE. Urinary tract infection: traditional pharmacologic therapies. Am J Med. 2002;113(Suppl 1A):35S-44S.
  28. Christiaens TC, De Meyere M, Verschraegen G, Peersman W, heytens S, De Maeseneer JM. Randomized, controlled trial of nitrofurantoin versus placebo in the treatment of uncomplicated urinary tract infection in adult women. Br J Gen Pract. 2002;52:729-734.
  29. Zhanel GG, Hisanaga TL, Laing NM, et al. Antibiotic resistance in Escherichia coli outpatient urinary isolates: final results from the North American Urinary Tract Infection Collaborative Alliance. Int J Antimicrob Agents. 2006;27:468-475.
  30. Iravani A, Klimberg I, Briefer C, Munera C, Kowalsky SF, Echols RM. A trial comparing low-dose, short-course ciprofloxacin and standard 7 day therapy with co-trimoxazole or nitrofurantoin in the treatment of uncomplicated urinary tract infection. J Antimicrob Chemother. 1999;43(Suppl A):67-75.
  31. Hooton TM, Winter C, Tiu F, Stamm WE. Randomized comparative trial and cost analysis of 3-day antimicrobial regimens for treatment of acute cystitis in women. JAMA. 1995;273:41-45.
  32. McCarty JM, Richard G, Huck W, Tucker RM, Tosiello RL, Shan M, et al. A randomized trial of short-course ciprofloxacin, ofloxacin, or trimethoprim/ sulfamethoxazole for the treatment of acute urinary tract infection in women. Am J Med. 1999;106:292-299
  33. Garlando F, Rietiker S, Tauber MG, Flepp M, Meier B, Luthy R. Single-dose ciprofloxacin at 100 versus 250 mg for treatment of uncomplicated urinary tract infections in women. Antimicrob Agents Chemother. 1987;31:354-356.
  34. Stanton SL, Dwyer PL, eds. Urinary Tract Infection in the Female. London: Isis Medical Media; 2000.
  35. Stamm WE, Hooton TM. Management of urinary tract infections in adults. New Engl J Med. 1993;329:1328-1334.
  36. Hooton TM, Stamm WE. Diagnosis and treatment of uncomplicated urinary tract infection. Infect Dis Clin N Am. 1997;11:551-581.
  37. Stapleton A, Latham RH, Johnson C, et al. Postcoital antimicrobial prophylaxis for recurrent urinary tract infection: a randomized, double-blind, placebo-controlled trial. JAMA. 1990;264:703-706.
  38. Melekos MD, Asback HW, Gerharz E, et al. Post-intercourse versus daily ciprofloxacin prophylaxis for recurrent urinary tract infections in premenopausal women. J Urol. 1997;157:935-939.
  39. Gupta K, Hooton TM, Roberts PL, Stamm WE. Patient-initiated treatment of uncomplicated recurrent urinary tract infections in young women. Ann Int Med. 2001;135:9-16.
  40. Naber K, Bergman B, Bishop MC, et al. Guidelines on Urinary and Male Genital Tract Infections. Arnhem, The Netherlands: European Association of Urology; 2001.
  41. Dacher JN, Boillot B, Eurin D, Marguet C, Mitrofanoff P, Le Dosseur P. Rational use of CT in acute pyelonephritis: findings and relationships with reflux. Pediatr Radiol. 1993;23:281-285.
  42. Nickel JC. The management of acute pyelonephritis in adults. Can J Urol. 2001;8:29-38.
  43. Piccoli GB, Consiglio V, Colla L, et al. Antibiotic treatment for acute 'uncomplicated' or 'primary' pyelonephritis: a systematic, 'semantic revision.' Int J Antimicrob Agents. 2006;28(Suppl 1):S49-S63.
  44. Howell AB. Cranberry proanthocyanidins and the maintenance of urinary tract health. Crit Rev Food Sci Nutr. 2002;42:273-278.
  45. Howell AB, Vorsa N, Der Marderosian A, Foo L. Inhibition of the adherence of P-fimbriated Escherichia coli to uroepithelial-cell surfaces by proanthocyanidin extracts from cranberries. N Engl J Med. 1998;339:1085-1086.
  46. Kontiokari T, Sundqvist K, Nuutinen M, Pokka T, Koskela M, Uhari M. Randomised trial of cranberry-lingonberry juice and Lactobacillus GG drink for the prevention of urinary tract infections in women. BMJ. 2001;322:1571-1573.
  47. Stothers L. A randomized trial to evaluate effectiveness and cost effectiveness of naturopathic cranberry products as prophylaxis against urinary tract infection in women. Can J Urol. 2002;9:1558-1562.
  48. Jepson RG, Mihaljevic L, Craig JC. Cranberries for treating urinary tract infections. Cochrane Database of Systematic Reviews 1998, Issue 4. Art. No.: CD001322. DOI: 10.1002/14651858.CD001322.
  49. Reid G. The scientific basis for probiotic strains of Lactobacillus. Appl Environ Microbiol. 1999;65:3763-3766.
  50. Kontiokari T, Sundqvist K, Nuutinen M, Pokka T, Koskela M, Uhari M. Randomised trial of cranberry-lingonberry juice and Lactobacillus GG drink for the prevention of urinary tract infections in women. BMJ 2001;322:1571.
  51. Uehling DT, Hopkins WJ, Balish E, Xing Y, Heisey DM. Vaginal mucosal immunization for recurrent urinary tract infection: phase II clinical trial. J Urol. 1997;157:2049-2052.
  52. Bauer HW, Rahlfs VW, Lauener PA, Blebmann GSS. Prevention of recurrent urinary tract infections with immunoactive E. coli fractions: a meta-analysis of five placebo-controlled double-blind studies. Int J Antimicrob Agents. 2002;19:451-456.
  53. Constantinides C, Manousakas T, Nikolopoulos P, et al. Prevention of recurrent bacterial cystitis by intravesical administration of hyaluronic acid: a pilot study. BJU International. 2004;93:1262-1266.
  54. Wagenlehner FME, Naber KG. Treatment of bacterial urinary tract infections: presence and future. Eur Urol. 2006;49:235-244.
  55. Bishop BL, Duncan MJ, Song J, Li G, Zaas D, Abraham SN. Cyclic AMP-regulated exocytosis of Escherichia coli from infected bladder epithelial cells. Nat Med. 2007 Apr 8; [Epub ahead of print].
  56. Zhao X, Drlica K. Restricting the selection of antibiotic resistant mutants: a general strategy derived from fluoroquinolones studies. Clin Infect Dis. 2001;33(Suppl 3):S147-S156.
  57. Sano M, Takahashi S, Nishimura M, et al. A clinical study on combination therapy of antimicrobial agents for complicated urinary tract infection-with special reference to combination with clarithromycin. Nippon Hinyokika Gakkai Zasshi. 1997;88:596-604.
  58. Karlowsky JA, Kelly LJ, Thornsberry C, Jones ME, Sahm DF. Trends in antimicrobial resistance among urinary tract infection isolates of Escherichia coli from female outpatients in the United States. Antimicrob Agents Chemother. 2002;46:2540-2545.
  59. Osterlund A, Olsson-Lilijequist B. Fluoroquinolone resistance of human pathogenic bacteria: resistant E coli now appearing in Sweden. Lakartidningen. 1999;96:1965-1966.
  60. Gupta K, Scholes D, Stamm WE. Increasing prevalence of antimicrobial resistance among uropathogens causing acute uncomplicated cystitis in women. JAMA. 1999;281:736-738.

Κλείστε Ραντεβού

Ο Δρ. Μερτζιώτης ειδικεύεται στη διάγνωση και μόνιμη αντιμετώπιση απλών και υποτροπιαζουσών λοιμώξεων του ουροποιητικού.

Κλείστε Ραντεβού Online 210 6465359